Δεν ξέρω γιατί μου συμβαίνει τώρα τελευταία αυτό. Παντού γύρω μου βλέπω θλιβερές εικόνες. Τόσες πολλές που μάλλον θα αρχίσω να τις ταξινομώ. Ή να τις αναφέρω στο blog, που κατά τη γνώμη μου είναι ένας ωραίος τόπος για να κάνεις την αυτοψυχανάλυσή σου, να ακούς συμβουλές από άλλους bloggers και να αυτοτιμωρείσαι που ζεις σε μία κάψουλα απολαμβάνοντας το κομμάτι ευτυχίας που σου αναλογεί. Αυτό το μεγάλο που φροντίζεις να απολαμβάνεις καθημερινά χωρίς να είσαι διατεθειμένος να υποχωρήσεις. Στο κάτω κάτω τι σε ένδιαφέρει αν ο άλλος έχει πολύ μικρό ή και καθόλου κομμάτι ευτυχίας; Σιγά μην κάτσεις να σκάσεις! Μάλλον γι' αυτό βλέπω αυτές τις εικόνες... Εχθές, λοιπόν, σε μία ξέγνοιαστη βόλτα στην Πατησίων αρκετά μετά την Α.Σ.Ο.Ε.Ε. και κοιτώντας αμέριμνος τις βιτρίνες ("όλο και κάτι θα βρω για να ξοδέψω τα τόσο σίγουρα χρήματα που μου βαραίνουν τις τσέπες και το πορτοφόλι") έστριψα σε ένα στενό που ούτε θυμάμαι για ποιο λόγο το έκανα. Περπατώντας εκεί είδα μία αρκετά μεγάλη κυρία, θα έλεγα γύρω στα 65 να κάθεται σε μία άθλια πάνινη καρέκλα, η οποία έτεινε ντροπαλά το χέρι προς τους περαστικούς. Έβγαλα κι εγώ από τις τσέπες μου ένα δύευρο ("βαρύ νόμισμα, ας το ξεφορτωθώ") και έκανα να της το δώσω. Αλλά κοντοστάθηκα. Κοντοστάθηκα, γιατί θεώρησα ότι αυτή η κυρία, μάλλον δεν έχει ανάγκη από χρήματα. Όχι βέβαια! Αφού φορούσε ένα κομψό, αν και πολυκαιρισμένο τουίντ, στο πέτο του οποίου υπήρχε μία καρφίτσα, όχι ιδιαίτερα πολύτιμη, αλλά τέλος πάντων, δεν ήταν αδιάφορη. Δίπλα μου πέρασε ένας κύριος, της άφησε ένα κέρμα και διαπίστωσα ότι πράγματι, αυτή η γυναίκα ζητιάνευε (συγγνώμη για την τόσο υποτιμητική λέξη - δεν μου έρχεται άλλη). Πήγα λοιπόν να αφήσω το βαρύ μου νόμισμα στο χέρι της ("ώρα το κρατώ το αναθεματισμένο, μου ίδρωσε το χέρι"), η κυρία κάτι ψέλισε που δεν κατάλαβα ακριβώς, με κοίταξε και ακολούθησε μία συζήτηση που την μεταφέρω όσο πιο πιστά μπορώ:- Δεν είμαι παντρεμένος ακόμα, αλλά συζώ με την αρραβωνιαστικιά μου.
- Γονείς δεν έχεις; συνέχισε
- Έχω αλλά δεν ζω μαζί τους, απάντησα και ένιωσα ιδιαίτερα ενοχλημένος από αυτή της την επιμονή να θέλει να μάθει την οικογενειακή μου κατάσταση.
- Διαβάζεις κάτι αυτόν τον καιρό; Α παραπάει σκέφτηκα αλλά απάντησα.
- Εχθές τελείωσα "Το Κόκκινο και το Μαύρο" είπα χωρίς να θεωρώ ότι είπα και κάτι σημαντικό
- Α του Σταντάλ. Εξαιρετικό βιβλίο, είπε η κυρία και εγώ απόρρησα με την άμεση απάντησή της. Παρόλο που το βιβλίο είναι πασίγνωστο δεν περίμενα να το ξέρει μία ζητιάνα! Μία γυναίκα που ενοχλεί την καλοζωισμένη μας ύπαρξη, παρόλο που δεν μας ενοχλεί να ταλαιπωρεί τους οφθαλμούς μας με την δική της ύπαρξη, αυτή την μαραζωμένη που είναι σωριασμένη σε αυτή την άθλια πάνινη καρέκλα. Αλήθεια τί άθλια καρέκλα. Άσχημη και παλιά! Η συζήτηση εν τω μεταξύ απέκτησε ενδιαφέρον!
- Πώς το ξέρετε; Καταλαβαίνετε ότι εξέφρασα την πιο ηλίθια απορία που μπορεί να εκφράσει ένας 29χρονος στον πλανήτη
- Α, παιδάκι μου. Δεν ξέρεις εγώ που ήμουν. Όσο για το που έφτασα το βλέπεις.
- Εσείς οικογένεια δεν έχετε;
- Η κόρη μου δεν με ήθελε, ε ξέρεις της δημιουργούσε πρόβλημα ο σύζυγός της. Πούλησα το σπίτι μου για να τους δώσω χρήματα να φτιάξουν το δικό τους και θα έμενα μαζί τους. Αλλά δεν τους αδικώ γι' αυτή τους την απόφαση. Μία γριά στο σπίτι...
Μεγάλη εντύπωση μου προξένησε το γεγονός ότι ακόμα και σ' αυτή τη φάση δικαιολογούσε αυτούς που την εξόρισαν. Κι αυτούς κι εμένα και όλους. Μόνη και έρημη. Σαν το δέντρο της φωτογραφίας, που μπορείς να σπάσεις τα κλαδιά του, αλλά βλέπεις υγρασία στο σημείο που έσπασε. Ζωή δηλαδή. Αλλά τελικά εκείνο εξυψώνεται. Εμείς αποτελούμε τους κόκκους της ερήμου που το περιβάλλουμε. Τόσο ασήμαντοι και τόσο ξέγνοιαστοι. Τόσο ελεεινοί ζούμε στο αστικό περιβάλλον που μας προσφέρει τόσο αφειδώς την ψευδαίσθηση του ελέγχου, της οικονομικής ευρωστίας και της κοινωνικής μας καταξίωσης. Κουράστηκα με τόση βόλτα. Ας πάω κινηματογράφο, ας πάω μετά για φαγητό κάπου έξω κι αν έχω χρόνο θα πάω και για κανένα ποτό. Αν έχω χρόνο. Γιατί συνείδηση δεν έχω...





